Κατασκοπεύοντας ομπρέλες
Μέρες τώρα οι άνεμοι λυσσομανούσαν στο νησί. Ο αέρας σήκωνε την άμμο, τις πετσέτες, τις κουβέντες των ανθρώπων. Ούτε να συνεννοηθείς, ούτε να κρυφακούσεις στην παραλία. Μα από χθες καταλάγιασε. Άπλωσα την πετσέτα μου στην καρέκλα, χαμογέλασα στις κυρίες της δίπλα ομπρέλας. Τρεις γυναίκες που τα είχαν τα χρονάκια τους μα ωστόσο έκτακτες…Πώς το λένε; Καλοδιατηρημένες. Τι φράση! Η κάθε μια με άλλο χρώμα βερνίκι στο πόδι. Κάτι σαν προσωπική τους επανάσταση. Η μια μπλε καταμπλε, η άλλη πράσινο καταπράσινο, η τρίτη κίτρινο. Σαν ξωτικά πουλιά. Η κουβέντα τους αφορούσε την παρουσία της μιας σε γάμο. Το «και τι θα φορέσεις;» έφερε την αναστάτωση. «Ένα ασπρόμαυρο φόρεμα», «Καλέ καλοκαιριάτικα; Να του βάλεις και ένα χρώμα να το σπάσεις» (η επίδραση της απόχρωσης του νυχιού στην ψυχολογία) «Σαν τι δηλαδή;» αναρωτήθηκε η ατυχής. «Να του βάλεις ένα φούξια μαντήλι. Μ΄αρέσει το φούξια», «Το έχω βαρεθεί. Το έχω χιλιοφορέσει. Προτιμώ το κόκκινο», «Το κόκκινο μπορεί να βγει γύφτικο. Είναι περίεργο ...